Το πρώτο πράγμα που μου ‘ρθε στο μυαλό, συνειρμικά, ακούγοντας τον τίτλο της νέας ταινίας του Παντελή Βούλγαρη, ήταν Μικρά Ασία, δηλαδή κάτι απ’ το μεγαλείο του ελληνισμού της Μικράς Ασίας. Όμως, η ταινία αναφέρεται στους ναυτικούς της Άνδρου της δεκαετίας του ’30, στους καημούς τους, στους έρωτες τους, στη ζωή των γυναικών που τους περίμεναν υπομονετικά και φυσικά στα παιχνίδια που αρέσκεται να παίζει η μοίρα με τις ζωές και τα συναισθήματα των ανθρώπων.

«Μικρά Αγγλία» είναι το όνομα ενός πλοίου που αγόρασε, με πολύ κόπο, ένας ναυτικός, με αποτέλεσμα από πληβείος να γίνει πατρίκιος, δηλαδή από απλός ναυτικός να γίνει καπετάνιος και πλοιοκτήτης και όλα αυτά, όπως αφήνει να εννοηθεί ο Βούλγαρης, για μια γυναίκα. Το στόρι, το οποίο βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο της γυναίκας του Βούλγαρη, της Ιωάννας Καρυστιάνη, έχει ως εξής: μια γυναίκα ναυτικού της Άνδρου έχει δύο κόρες τις οποίες μεγάλωσε μόνη της, καθότι ο σύζυγος έλειπε για χρόνια. Όταν ένας νεαρός της ζήτησε την μεγάλη της κόρη, αυτή τού την αρνήθηκε, διότι ήταν φτωχός και αδημιούργητος και την έδωσε σε άλλον. Τότε ο φτωχός νεαρός πληγώθηκε, πήγε στα καράβια, δημιουργήθηκε κάπως και μετά από χρόνια ζήτησε την μικρή της κόρη, την οποία και η μάνα τού την έδωσε ασμένως.

Έτσι, αρχίζει η μοίρα να εξυφαίνει τον ιστό της, καθώς οι δύο αδελφές μένουν σε ένα διώροφο σπίτι, με αποτέλεσμα όταν ο ήρωας της ταινίας επιστρέφει απ’ τα ταξίδια του και συνουσιάζεται μετά της συζύγου του στον επάνω όροφο, η αδελφή της ακούγοντας το σουμιέ να τρίζει, της σκίζεται η καρδιά, καθότι ερωτευμένη με τον γαμπρό της. Στο σημείο αυτό, ο Βούλγαρης έδωσε μια πινελιά γέλιου, κάτι σπάνιο γ’ αυτόν, μιας και οι ταινίες του είναι λίγο «βαριές». Στο τέλος ο πλοιοκτήτης της «Μικράς Αγγλίας» πνίγεται, η κουνιάδα του φανερώνει τον έρωτα της για τον γαμπρό της, μην μπορώντας να καταπνίξει το συναίσθημα του αδόκητου χαμού του αγαπημένου της, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μία αφόρητα ντροπιαστική κατάσταση για την οικογένεια στην κλειστή κοινωνία της Άνδρου, η δε μοίρα να κάθεται στην προβλήτα του λιμανιού και να μειδιά σαρδόνια.

Ο Βούλγαρης, για άλλη μια φορά, αποδεικνύει ότι κατέχει το κινηματογραφείν. Δούλεψε με νέα παιδιά και τα κατάφερε. Η ταινία του πήγε πολύ καλά εισπρακτικά, παρ’ όλο που δεν έπαιζαν γνωστοί ηθοποιοί, δείγμα του ότι ο κόσμος πήγε να δει, όχι το μεγάλο όνομα, αλλά τον μεγάλο σκηνοθέτη. Πολύ καλή η φωτογραφία, δίνοντας έναν μελαγχολικό τόνο και υποβάλλοντας ένα αδιευκρινίστως «εν τω σκότει» συναίσθημα στον θεατή, βγάζοντας εν τέλει έναν διάχυτο λυρισμό. Παντελής Βούλγαρης, λοιπόν, «Μικρά Αγγλία» και καλό ταξίδι στα νερά του ελληνικού κινηματογράφου…