Από το Σάββατο προετοίμαζα τον τετράχρονο γιο μου για την επόμενη ημέρα και την κυριακάτικη προβολή της παιδικής ταινίας: «Οι πιγκουίνοι της Μαγαδασκάρης». Ήταν η πρώτη φορά που θα πήγαινε στον κινηματογράφο και με ρωτούσε, έμπλεος απορίας, για το πώς θα ήταν εκεί μέσα, για το μέγεθος της οθόνης-καθώς του είχα πει ότι η ταινία θα προβληθεί σε μια πολύ μεγάλη οθόνη-και για πολλά άλλα θέματα που η παιδική του φαντασία τα είχε πλάσει μαγικά και παραμυθένια, σαν τα παραμύθια που του διαβάζω τα απογεύματα.

Όταν έσβησαν τα φώτα και άρχισε η προβολή, ο μικρός, περιχαρής, παρακολουθούσε ενεός την ταινία στη γιγάντια οθόνη, την απείρως μεγαλύτερη από την οθόνη της τηλεόρασης που έβλεπε μέχρι τώρα, στο τέλος, δε, της ταινίας ήταν κατενθουσιασμένος. Δεν μπορούσα, όμως, να πω κι εγώ το ίδιο. Η ταινία δεν μου άρεσε καθόλου, ούτε η φωτογραφία, ούτε η θεματολογία, ούτε η πλοκή.

Η αλήθεια είναι ότι παραμένω θαυμαστής των ταινιών του Ντίσνεϊ, μεγάλωσα με τους χαρακτήρες του Ντόναλντ, του Μίκι, του Γκούφη, διάβαζα κόμικς Μίκι μάους. Αυτομάτως, έκανα την σύγκριση των ταινιών του Ντίσνεϊ με τις σημερινές ταινίες κινουμένων σχεδίων, όπως: «Μπομπ ο σφουγγαράκης», «Ποκαχόντας», «Οι πιγκουίνοι της Μαγαδασκάρης» κτλ.

Θυμάμαι, τέλη δεκαετίας του ’90, είδα την ταινία του Ντίσνεϊ «Φαντασία»  στον  κινηματογράφο, διότι εκεί βλέπεις μια ταινία  στην  πραγματική  της διάσταση και όχι στην τηλεόραση, και έφυγα μαγεμένος. Ήταν μία άρτια ταινία με τέλεια φωτογραφία, διανθισμένη με κλασσική μουσική. Ένας τρόπος να μυήσεις τα μικρά παιδιά-και όχι μόνο-στην καλαισθησία, την έννοια του Ωραίου («εστέτ», όπως θα έλεγαν σήμερα οι επαϊοντες) και την κλασσική μουσική.

Οι σημερινές ταινίες κινουμένων σχεδίων-πλην ελαχίστων εξαιρέσεων- μ’ αφήνουν παγερά αδιάφορο. Επειδή, όμως, δεν μπορώ να μην αφήνω το παιδί μου να παρακολουθεί σημερινά κινούμενα σχέδια, θα προσπαθήσω να του δείξω και την άλλη μεριά του φεγγαριού, να δει και κάποια άλλα πράγματα, να έχει και άλλα ερεθίσματα και βιώματα και να μπορεί να κάνει μόνος του την σύγκριση. Πότε;

Όποτε