Αγαπητό μου ημερολόγιο. Ώρες ώρες θυμάμαι τη μάνα μου που με έβλεπε ως παιδί να βιάζομαι να μεγαλώσω, να μπω στον κόσμο των ενηλίκων. Να ενημερώνομαι από εφημερίδες για τις πολιτικές εξελίξεις, να συμμετέχω-με άποψη-στις κουβέντες των μεγάλων. Η μάνα μου λοιπόν με συμβούλευε να μη βιάζομαι να μεγαλώσω, ότι η καλύτερη περίοδος θα ναι πάντα τα παιδικά μου χρόνια κι ότι θα τα αναπολώ αλλά δε θα μπορώ να γυρίσω πίσω. Φυσικά ούτε καταλάβαινα, ούτε συμμεριζόμουν την συμβουλή της. Βιαζόμουν να τελειώσω με το σχολείο, τις ξένες γλώσσες, το πανεπιστήμιο, το στρατό κλπ και γεμάτος εφόδια να μπω στον συναρπαστικό κόσμο των μεγάλων. Σημειωτέον ότι ως παιδί δε στερήθηκα πράγματα. Είχα όσα χρειαζόμουν. Παιχνίδια, αγάπη, φίλους, περιπέτειες, όσα τέλος πάντων κάνουν την παιδική ηλικία όμορφη. Δεν είχα επομένως λόγο να βιάζομαι να «δραπετεύσω» στον κόσμο των ενηλίκων.
Όσο μεγαλώνω, τόσο εκτιμώ τον Peter Pan. Ως παιδί ποτέ δε με συγκίνησε το παραμύθι αυτό. Κι όμως, το παιδί που αρνιόταν να μεγαλώσει άρχισε να μου γίνεται πολύ συμπαθές χρόνο με το χρόνο. Να ‘μαι λοιπόν στο κατώφλι της 5ης δεκαετίας. Να αναπολώ το παιδί που «έθαψα» γιατί αυτό απαιτεί η κοινωνία, ο κόσμος των μεγάλων. Κι όμως, πολλές βραδιές το μυαλό τρέχει πίσω σε δρόμους παλιούς που αγάπησα. Στα φιλαράκια στη παλιά τη γειτονιά. Στα δέντρα που χαράξαμε τα ονόματά μας. Στα καρδιοχτύπια στο ημίφως που προκαλούσε ο αθώος εναγκαλισμός με ένα κορίτσι. Στα παιχνίδια, στα κόμιξ μου. Στο άγχος μη με πιάσει αδιάβαστο ο δάσκαλος στο σχολείο. Στις εκδρομές με φίλους, στις περιπέτειες, στις μαλακίες που κάναμε ως έφηβοι με άγνοια κινδύνου. Σε μεθύσια, γλέντια, καυγάδες. Στο κλέφτες κι αστυνόμοι που παίζαμε με όπλα χειροποίητα, φτιαγμένα με μεράκι και τόση δεξιοτέχνία! Στις γειτόνισσες που φωνάζανε γιατί ρημάζαμε της γειτονιάς τα δέντρα με τη μπάλα. Στο άγχος πότε θα φωνάξουν οι μανάδες μας τη λήξη του παιχνιδιού.
Κάποιες νύχτες ντύνομαι παιδί με ιδιότητες superman(ως παιδί κάνω ο,τι θέλω) και πετάω πάνω από την πόλη γυρίζοντας πίσω στο χρόνο κι ανταμώνω τον Μήτσο, τον ψηλό, τον Βαγγέλη, το Στέλιο, το Θωμά. Βρίσκομαι ανάμεσά τους και μαλώνουμε για ένα άκυρο γκολ στην αλάνα της περιοχής, καταστρώνουμε σχέδια για να ρίξει ο ντροπαλός της παρέας το κορίτσι που του αρέσει. Δεν αναπολούμε, ονειρευόμαστε! Έχουμε όλη τη ζωή μπροστά, την αισιοδοξία σύμμαχο. Καπνίζουμε το πρώτο μας τσιγάρο (Winston) συνωμοτικά στο αποθηκάκι, αγοράζουμε ρεφενέ το πρώτο πακέτο. Περνάμε ώρες ατέλειωτες πάνω από τη πρώτη κονσόλα ηλεκτρονικών παιχνιδιών.
Το αδυσώπητο ξυπνητήρι με επαναφέρει στο κόσμο των μεγάλων. Τα βιβλία, τα cd μου, αραχνιασμένα από την αχρησία τόσων ετών. Τα κόμιξ ξεθωριασμένα, ακατάλληλα για ενηλίκους. Δε θελω να σηκωθώ, να βγω έξω. Ο κόσμος των μεγάλων έχει ανθρωποφαγία, κακία, ίντριγκες, απατεωνιές. Έχει ενφια και εφκα, έχει αφεντικά και συναδέλφους. Έχει σκυθρωπά πρόσωπα που κλαίγονται μονίμως. Έχει βάρη και υποχρεώσεις. Έχει κοινωνικές συμβάσεις υπογεγραμμένες με μελάνι υποκρισίας. Δεν έχει όνειρα, έχει αναπόληση….
Θεωρώ πως τρέχουμε ολημερίς για να μην μείνει χρόνος να σκεφτούμε το παιδί που έχουμε φυλακίσει, εξορίσει, θάψει. Για να μην αναρωτηθούμε αν αυτό το παιδί είναι περήφανο για την εξέλιξή μας. Τρέχουμε για να ξεγελάσουμε το χρόνο, για να μην ακούσουμε τη παιδική φωνούλα που θα παραπονεθεί, που με απορία θα ρωτήσει γιατί κάνουμε όλα αυτά. Τρέχουμε να τελειώσουμε τις υποχρεώσεις της μέρας, σπρώχνουμε το χρόνο λες και είμαστε κατάδικοι που εκτίουν ποινή ισόβιας ενηλικίωσης. Κι αύριο, νέες υποχρεώσεις, σε ένα αέναο μαρτύριο του Σίσυφου.
Τις προάλλες μάλωσα άσχημα με μια γειτόνισσα. Αν και δε το συνηθίζω σε γυναίκες, άνοιξα το βρωμόστομα και την έλουσα με κοσμητικά επίθετα και… «ευχές». Ο λόγος;;;;βγήκε να μαλώσει τα παιδιά στη γειτονιά που παίζανε τόσο ζηλευτά, τόσο όμορφα. Με τις φωνές τους να ανασταίνουν το μαυσωλείο, να ζωντανεύουν τις παιδικές μας αναμνήσεις. Με φαντάστηκα ανάμεσά τους… δε γινόταν να την αφήσω να μας μαλώνει! Ως σκανταλιάρης Πήτερ Παν υπερασπίστηκα τα άλλα παιδιά στο δικαίωμα να μείνουν παιδιά και να ζήσουν κάθε λεπτό της καλύτερης περιόδου τους. Πιάνω συχνά τον εαυτό μου να κάνει ό,τι και η μάνα μου. Να τα συμβουλεύω να το απολαύσουν, να το ζήσουν όσο μπορούν περισσότερο.
Ώρα για ύπνο αγαπητό μου ημερολόγιο. Ίσως ταξιδέψω κι απόψε πάνω από την πόλη και να γυρίσω εκεί, στην παιδική ηλικία που δε χόρτασα. Καληνύχτα κι όνειρα γλυκά, αθώα, παιδικά Peter Pan…